Τετάρτη 30 Αυγούστου 2023

Αγαμία του Κλήρου (Ν. Θ. Μπουγάτσος)



 Κρήτη, εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Λάκκοι, 1911  (Frédéric Boissonnas)

 

Κατά την Π. Διαθήκη, οι Ιερείς και Αρχιερείς των Ιουδαίων ήταν έγγαμοι.

Στην Καινή Διαθήκη, μόνο ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για γάμο των διακόνων, των Πρεσβυτέρων και των Επισκόπων. («Διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες, τέκνων καλώς προϊστάμενοι και των ίδιων οικιών» (Α' Τιμ. Γ' 12). «Καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην, ει τις εστίν ανέκκλητος, μιας γυναικός ανήρ, τέκνα έχων πιστά μη εν κατηγορία ασωτίας ή ανυπότακτα». (Τίτ. Α' 5-6). «Δει ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι, μιας γυναικός άνδρα… Του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενον, τέκνα έχοντα εν υποτογή μετά πάσης σεμνότητος· ει δε τις του ιδίου οίκου προστήναι ουκ οίδε, πώς Εκκλησίαις Θεού επιμελήσεται;» (Α' Τιμ. Γ’ 2, 4, 5 ).

Ως προϋπόθεσι για την εκλογή λαϊκού σε οποιονδήποτε βαθμό της Ιεροσύνης θέτει ο Παύλος, μεταξύ άλλων, την προ της εκλογής μονογαμία του υποψηφίου, την καλή διοίκηση της οικογενείας του και την ευσέβεια των παιδιών του. Ο Παύλος δηλαδή ακολούθησε την έμπρακτη διδασκαλία του Κυρίου, ο οποίος επέλεξε ως μαθητές του και Αποστόλους έγγαμους, εκτός του Ιωάννη (και κατόπιν του Παύλου). Δηλαδή οι απόστολοι Πέτρος, Φίλιππος κ.λπ. ήταν έγγαμοι. Επομένως καμία διάκριση δεν κάνει ο Κύριος και ο Παύλος για το γάμο ή την αγαμία των Επισκόπων, Πρεσβυτέρων και Διακόνων.

Από τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες, ήταν συνήθεια, κατά περιοχές, να αποφεύγεται ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία. Π.χ. η Σύνοδος της Νεοκαισαρείας (μετά το 314, 1ος Κανόνας) απαγορεύει τον γάμο μετά τη χειροτονία στους πρεσβυτέρους, η Α΄ Οικ. Σύνοδος (15ος Κανόνας) στις διακόνισσες και η εν Τρούλλω (4ος Κανόνας) σε όλους τους βαθμούς των ανώτερων κληρικών.

Αλλ' η Σύνοδος της Άγκυρας (314), επιτρέπει στο διάκονο να παντρευτεί μετά τη χειροτονία, εφ' όσον το δήλωσε πριν τη χειροτονία του. («Διάκονοι, όσοι καθίστανται, παρ’ αυτήν την κατάστασιν ει εμαρτύραντο ούτω μένειν. Ούτοι μετά ταύτα γαμήσαντες, έστωσαν εν τη υπηρεσία δια το επιτραπήναι αυτούς υπό του Επισκόπου. Τούτο δε, ει τινες σιωπήσαντες, και καταδεξάμενοι εν τη χειροτονία μένειν ούτω. Μετά ταύτα ήλθον επί γάμον, πεπαύσθαι αυτούς της διακονίας». (Κανών 10ος).

Προφανώς περιορίζει προϋπάρχοντα δικαιώματα, όπως ανάλογα και οι προαναφερθείσες σύνοδοι Νεοκαισάρειας, Α΄ Οικ. και εν Τρούλλω.

Στη Δύσι, οι Κανόνες της Καρθαγένης (255-419) καθορίζουν: οι κληρικοί όλων των βαθμών «γυναικών απέχεσθαι (να μην έχουν σχέση με γυναίκες)» («Ήρεσεν, ώστε τους τρεις βαθμούς τούτους, τους συνδέσμω τινί της αγνείας δια της καθιερωσύνης συμπεπλεγμένους (φησί δη επισκόπους, πρεσβυτέρους και διακόνους) ως πρέπει οσίοις επισκώποις και Ιερεύσι Θεού, και λευίταις και υπουργούσι θείοις καθιερώμασιν, εγκρατείς είναι εν πάσιν. Όπως δυνηθώσιν, ό παρά του Θεού απλώς αιτούσιν, επιτυχείν… » (Κανών 3). Αρέσκει ίνα επισκόπους, και πρεσβυτέρους, και διακόνους, και πάντες οι τα ιερά ψηλαφώντες της σωφροσύνης φύλακες, γυναικών απέχωνται». (Καν. 4 ), και το υπόσχονταν κατά την χειροτονία (Κανών 25 ή 33).

Και η Σύνοδος της Ελβίρας (μετά το 300, Κανόνας 33) αποφάσισε: οι κληρικοί όλων των βαθμών να «απέχουν των συζύγων των και να μη γεννώσι τέκνα», δηλαδή δέχονται κατ’ ουσία την αγαμία.

Τέλος η Σύνοδος της Αρελάτης (314, Κανόνας 6ος) επικύρωσε την απόφαση περί αγαμίας όλων των κληρικών. Έκτοτε, με τα χρόνια, στη Δύση, παρά τα συχνά εμφανιζόμενα αντίθετα παραδείγματα και τις αντιδράσεις του Κλήρου, επικράτησε η αγαμία σε όλους τους βαθμούς των κληρικών μέχρι σήμερα. Οι Διαμαρτυρόμενοι γενικώς, απο τη στιγμή που αποσχίστηκαν από τη δυτική Εκκλησία, όπως η Εκκλησία των Αγγλικανών και οι Παλαιοκαθολικοί (1871) κατάργησαν την υποχρεωτική αγαμία σε όλους τους βαθμούς των κληρικών.

Στην Ανατολή[1] υπήρχε διαφορετική αντίληψη για την αγιότητα του γάμου. Ενώ δηλαδή η Δύση (4ος Κανόνας της Καρθαγένης κ.λπ.) επιβάλλει «να απέχουν γυναικών», γιατι φαίνεται να θεωρεί ως αμαρτωλή και τη σεξουαλική σχέση μεταξύ των συζύγων, η ανατολή δεν αντιλαμβάνεται την σεξουαλικότητα με αισθήματα ενοχής ή αμαρτωλότητας[2] για κάθε γάμο που ευλόγησε. (Π.χ. βλέπε τον 13ον Κανόνα της ΣΤ’ Οικ. Συνόδου και την ερμηνεία και τις σημειώσεις του Πηδαλίου του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη).

Και «πολλοί γαρ αυτών [των κληρικών της Θεσσαλονίκης, Μακεδονίας και Ελλάδας] εν τω καιρώ της Επισκοπής και παίδας εκ της νομίμου γαμετής πεποιήκασιν. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορ. 5, 22. PG 67, 637. Ιδέ και Κλήμεντα Αλεξ. (ΒΕΠ 8, 43,12-14. 8, 50. 4-8). Κακώς ο Zhishman (Δίκαιο του γάμου, Β΄, σ. 165, υποσ. 10) αναφέρει ότι ο Βαλεντιανουπόλεως Ευσέβιος καταδικάστηκε από τον Ι. Χρυσόστομο, γιατί αν και ήταν Επίσκοπος απέκτησε παιδιά, αλλά καταδικάστηκε μόνο ως σιμωνιακός και καταχραστής (PG 47, 47-52).

Αποτέλεσμα αυτής της διαφορετικής αντίληψης ήταν και η διαφορετική στάση στην αγαμία των κληρικών. Η διαφορά Ανατολής και Δύσης ως προς το υποχρεωτικό χαρακτηρά ή μη της αγαμίας των κληρικών τονίστηκε κυρίως από τη Δύση στο βουλγαρικό ζήτημα (866).

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος (325) απέδωσε το πνεύμα της Ορθόδοξης ανατολής, την ελεύθερη δηλαδή επιλογή των κληρικών μεταξύ γάμου και αγαμίας. Ο Επίσκοπος Κορδούης Όσιος, επηρεασμένος από τις αποφάσεις της Συνόδου της Ελβίρας, στην οποία μετείχε, υποστήριξε προφανώς την υποχρεωτική αγαμία όλων των βαθμών των κληρικών, αλλά με θάρρος απάντησε ο ασκητικώτατος, ομολογητής, θαυματουργός, άγιος και Επίσκοπος μέγας Παφνούτιος: «Μη βαρύνετε τον ζυγό των Ιερωμένων, είπεν ο Παφνούτιος — «Τίμιος γαρ φησίν ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος» —, μη τη υπερβολή της ακριβείας την Εκκλησίαν μάλλον προσβλάψητε· ου γαρ φησί πάντας δύνασθαι φέρειν της απαθείας την άσκησιν. Ουδείς, ως οίμαι, φυλαχθήσεται εν τη σωφροσύνη της εκάστου γαμετής του ανδρός στερουμένου. Σωφροσύνην δε καλήν και της νομίμου γαμετής εκάστου την συνέλευσιν λέγωμη μην αποζεύγνυσθαι ταύτην ην ο Θεός ήζευξε, και ην άπαξ αναγνώστης, ή ψάλτης, ή λαϊκός ων ηγάγετο». (Γεωργίου Κυζικηνού, Σύνταγμα των κατά την εν Νικαία Σύνοδον πραχθέντων, 2, 32, PG 85, 1336-1337. Παράβαλλε Σωκράτους, PG 67, 101-102. Σωζομένου, PG, 67 925, Γενναδίου Γιανναγκά, Η Α' και μεγάλη εν Νικαία Σύνοδος και η αγαμία του κλήρου κατά τον Άγγλον συγγραφέα Henry C. Lea, εν Εκκλ. Φάρος. ΛA', σ. 304. Karl J. Hefelc.)

Και επικράτησε πλήρως η άποψη του Παφνούτιου.

Το ίδιο πνεύμα έχουν και οι Αποστολικοί Κανόνες, οι Αποστολικές Διαταγές και ο 13ος Κανόνας της ΣT’ Οικουμενικής Συνόδου.

Ειδικά για τον βαθμό του επισκόπου, στην Ανατολή άρχισαν να χρησιμοποιούν τους αγάμους. Κατ’ αρχήν μέχρι τον 1ο και 5ο αι. δεν γίνονταν καμιά διάκριση μεταξύ έγγαμου ή άγαμου υποψηφίου Επισκόπου. Ο 5ος Αποστολικός Κανόνας (2ος-3ος αι.) ρητά απαγορεύει, και τιμωρεί με καθαίρέση, την απομάκρυνση της συζύγου του Επισκόπου. («Επισκόπους, ή Πρεσβυτέρους, ή Διακόνους, την εαυτού γυναίκα μη εκβαλλέτω προφάσει ευλαβείας. Εάν δε εκβάλη, αφοριζέσθω· επιμένων δε καθαιρείσθω»). Παράβαλλε Κανόνα 51.

Αλλά και οι «Αποστολικές Διαταγές» το ίδιο υπονοούν (VΙ, 17. PG 1, 956-957). Και ο 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αγίας Σοφίας (343 προϋποθέτει εγγάμους επισκόπους. Βλέπε και PG 67, 625-645 (το πιο πάνω κείμενο) και Κανόνας 3,4,70 της Καρθαγένης.

Από τους έγγαμους Επισκόπους αυτής της εποχής αναφέρουμε τους Γρηγόριο (πατέρα τού αγ. Γρηγορίου του θεολόγου), άγιο Γρηγόριο το Νύσσης (αδελφό του Μ. Βασιλείου) και Συνέσιο Πτολεμαΐδας.

Με τον καιρό όμως αύξανε η προτίμηση των αγάμων για δύο λόγους:

1) Γιατι άρχισε να υπερτιμάται το μοναστικό ιδεώδες. Οι μοναχοί μπήκαν πλήρως κάτω απο την εκκλησιαστική διοίκηση και δέχτηκαν εκκλησιαστικά αξιώματα. (Παράβαλλε Μ. Αθανασίου, Επιστολή προς Δρακόντιο, PG 25, 524-537).

2) Ο Επίσκοπος ήταν διαχειριστής της εκκλησιαστικής περιουσίας και μπορούσε να υπάρξει σύγχυση της εκκλησιαστικής περιουσίας και της ατομικής από τους κληρονόμους των εγγάμων, και μάλιστα αυτών με παιδιά.

Ο 4ος κανόνας των «Αγίων Αποστόλων» συνιστά σαφή διάκριση της εκκλησιαστικής και της ατομικής περιουσίας του Επισκόπου. («Έστω φανερά τα ίδια του Επισκόπου πράγματα [είχε και ίδια έχει] και φανερά τα Κυριακά… δίκαιον γαρ παρά Θεώ και ανθρώποις, το, μήτε την Εκκλησίαν ζημίαν τινά υπομένειν αγνοία των του Επισκόπου πραγμάτων, μήτε τον επίσκοπον, ή τους αυτού συγγενείς προβάσει της Εκκλησίας δημεύεσθαι… ». Παράβαλλε και Κανόνας 38 και 41).

Προσπάθεια επιβολής της αγαμίας στους επισκόπους συστηματικά και επίμονα άσκησε ο αυτοκράτορας Ιουστιανιανός ο Α' (527-565). Αυτός κατά στάδια προσπάθησε να επιβάλει τις απόψεις του, αλλ' οι διατάξεις του δεν τηρούνταν από πολλούς τουλάχιστον εκκλησιαστικούς άρχοντες, γι' αυτό δε επέβαλλε ποινές στους εκλέκτορες. Τα στάδια που ακολούθησε ήταν τέσσαρα:

1) να μη εκλέγονται Επίσκοποι όσοι έχουν παιδιά, γιατί ο Επίσκοπος είναι πνευματικός πατέρας όλων των πιστών, τα φυσικά παιδιά του θα τον απασχολούσαν πολύ και λόγω των πολλών εξόδων αυτά θα μπορούσαν να σφετερισθούν την εκκλησιαστική περιουσία. (Codex 1, 3, 42 [ή 41] § 2-4, έτους 528).

2) να μη εκλέγονται Επίσκοποι όσοι έχουν σύζυγο ή παιδιά, όσοι δε εκλεγούν να καθαιρεθούν. (Codex 1, 3, 48 [ή 47], έτους 531).

3) να εκλέγεται Επίσκοπος, ή μοναχός ή πρώην έγγαμος χωρίς παιδιά, αφού εδώ και έξι μήνες δεν συγκατοικεί με την σύζυγό του και εντάχθηκε σε μοναστήρι (ως μοναχός ή κληρικός). Η παράβαση συνεπάγεται την καθαίρεση τόσο αυτού που τον χειροτόνησε όσο και του χειροτονούμενου (Νεαρά 6, κεφ. I, § 3, 4, 7. Έτους 531).

4) να εκλέγεται Επίσκοπος, ο οποίος δεν έχει (τώρα) ούτε σύζυγο ούτε παιδιά. Εάν εκλεγεί, «πάσι τρόπω της Επισκοπής εκβάλλεσθαι» και αυτός που χειροτονήθηκε και αυτός που τον χειροτόνησε (Νεαρά 137, κεφ. 2, έτους 549).

Με τον ίδιοτρόπο εκφράζεται και η Νεαρά 123, κεφ. I. Έτους 546 (Codex 1, 3, 42 [η 41] § 2-4. «Προσήκει τοιούτους επιλέγεσθαι και χειροτονείσθαι ιεροίς, οις ουκ εστίν ούτε τέκνα ούτε έγγονοι, επειδή ουχ οίον τε εστί το περί τας βιοτικάς ησχολημένον φροντίδας οις οι παίδες μάλιστα τοις γονεύσι παρέχουσι, την πάσαν σπουδήν τε και εύνοιαν περί την θείαν λειτουργίαν και τα εκκλησιαστικά έχειν πράγματα. Τινών γαρ δια την εις Θεόν ελπίδα και δια το τας εαυτών περισώσαι ψυχάς προστρεχόντων ταις αγιωτάταις Εκκλησίαις και τα υπάρχοντα αυτοίς ταύταις προσφερόντων και καταλιμπανόντων επί τω εις πτωχούς και πένητας και ετέρας ευσεβείς ταύτας δαπανάσθαι χρείας άτοπον. Χρη γαρ και τον επίσκοπον μη εμποδιζόμενον προσπαθεία σαρκικών τέκνων πάντων των πιστών πνευματικόν είναι πατέρα. Δια ταύτα τοίνυν απαγορεύομεν τον έχοντα τέκνα ή εγγόνους χειροτονείσθαι επίσκοπον»).

(Codex 1, 3, 48 [ή 47]. «Μήτε γυναικί συνοικοίη μήτε παίδων είη πατήρ, αλλ' αντί μεν γυναικός προσκαρτεροίη τη αγιωτάτη Εκκλησία» αντί δε παίδων άπαντα τον Χριστιανικόν και Ορθόδοξον έχει λαόν… Οι γαρ μετά ταύτην ημών την διάταξιν ποιήσαί τινας επισκόπους παρά την ταύτης δύναμιν ή γενέσθαι θαρρήσαντες ούτε εν επισκόποις έσονται ούτε μενούσιν επί των Ιερών, αλλ' εξελαθέντες αυτών, ετέροις δώσουσι χώραν χειροτονίας»),

(Νεαρά 6η, κεφ. 1, § 3, 4, 7. «Ούτε γαμετή συνοικείν, αλλ' ή παρθενία συζήσας εξ αρχής ή γυναίκα μεν σχών… Ούτε παίδας ή εγγόνους έχων… Ο παρά ταύτα τι πράττων, χειροτονών όμως, έξω της Επισκοπής ελαθήσεται… Πρότερον δε ή μοναχικόν βίον ασκήσας, ή εν κλήρω καταλεγόμενος ουκ έλαττον μηνών έξ, γυναικί μέντοι… Μη συνοικείν, ή παίδας ή εγγόνους έχων… Του λοιπού δε εκ της θέσεως του νόμου μηδενί συγχωρούντες γαμετήν έχοντι τοιαύτην επιτιθέναι χειροτονίαν… Ει παρά ταύτα γένηται, αυτός τε εκπέσαι της Ιερωσύνης, τον χειροτονήσαντά τε ομοίως εκβληθήναι ταύτης παρασκευάσειεν»)

(Νεαρά 137η, κεφ. 2. «Ούτε γαμετήν ούτε παίδας ίσασί τινα εξ αυτών έχειν…. , αλλ' ει και πρότερόν τις εξ αυτών γαμετήν είχε,… Ουδέ τοις ιεροίς κανόσιν απηγορευμένην… Ει τις δε παρά την μνημονευθείσαν παραφυλακήν Επίσκοπος χειροτονηθή, κελεύομεν και αυτόν πάσι τρόπους της Επισκοπής εκβάλλεσθαι, και τον παρά ταύτα τολμήσαντα χειροτονήσαι».)

Εκατό πενήντα περίπου χρόνια μετά τον Ιουστινιανό η εν Τρούλλω (η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, 691), ενώ με τον 13ο Κανόνα απαγορεύει την απομάκρυνση των συζύγων των Ιερέων, με τον 12ο Κανόνα επιτάσσει την απομάκρυνση των συζύγων των Επισκόπων (Κανόνας 12ος. «Εις γνώσιν ημετέραν ήλθεν, ως εν τε τη Αφρική και Λιβύη και ετέροις τόποις, οι των εκείσαι θεοφιλέστατοι πρόεδροι συνοικείν ταις ιδίαις γαμεταίς, και μετά την επ' αυτοίς προελθούσαν χειροτονίαν, ου παραιτούνται, πρόσκομμα τοις άλλοις τιθέντες και σκάνδαλον. Πολλής ουν ημίν σπουδής ούσης, του πάντα προς ωφέλειαν των από χείρα ποιμνίων διαπράττεσθαι, έδοξεν, ώστε μηδαμώς το τοιούτον από του νυν γίνεσθαι. Τούτο δε φαμέν, ουκ επ' αθετήσει ή ανατροπή των Αποστολικώς νενομοθετημένων, άλλα της σωτηρίας και της επί το κρείττον προκοπής των λαών προμηθούμενοι, και το μη δούναι μώμόν τινα κατά της Ιερατικής καταστάσεως. Φησί γαρ ο θείος Απόστολος «πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε, απρόσκοπτοι γίνεσθε και Ιουδαίοις και Έλλησι, και τη Εκκλησία του Θεού. Καθώς καγώ πάντα πάσιν αρέσκω, μη ζητών το εαυτού συμφέρον, αλλά το των πολλών, ίνα σωθώσι. Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (A΄ Κορινθίους Ι, 31-33). Ει δε τις φανερωθείη το τοιούτον πράττων, καθαιρείσθω).

Και ο 30ος της ίδιας Συνόδου διατάζει την κατόπιν κοινής συμφωνίας απομάκρυνση των συζύγων των Ιερέων των απολίτιστων χωρών «ου δι' άλλο τι, ή δια την της γνώμης μικροψυχίαν, και το των ηθών απεξενωμένον, και απαγές». Βλέπε και Κανόνα 48, της ίδιας Συνόδου.

Από τη μελέτη του αυτού του Κανόν συμπεραίνουμε τα εξής:

1) Δεν εφαρμόζοντα οι νόμοι του Ιουστινιανού.

2) Επιβάλλεται όχι η εκλογή των αγάμων, αλλά η εκλογή και των εγγάμων, υπό τον όρο, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να απομακρύνουν τις συζύγους τους.

3) η αιτία είναι όχι η σύγχυση της κυριότητας της περιουσίας, ούτε οι οικογενειακές φροντίδες, αλλ' ο σκανδαλισμός των πιστών των επαρχιών «Αφρικής και Λιβύης», δηλαδή απολίτιστων λαών και Ιεραποστολικών επισκοπών (κατά την σύγχρονη ορολογία). Κατά μια μάλιστα εκδοχή, αυτός ο Κανόνας δεν πρέπει να έχει γενική ισχύ, αλλ' ειδική για τις απολίτιστες χώρες και τις Ιεραποστολικές Επισκοπές.

4) Η συγκατοίκηση του επισκόπου με την σύζυγό του δεν θεωρείται ότι επιφέρει μώμο στους συζύγους, αλλά, λόγω σκανδαλισμού των πνευματικά αδύνατων, αποφεύγεται, παρά το σαφώς αντίθετο πνεύμα της Ορθόδοξης παράδόσης. Γι' αυτό, η Σύνοδος αναγκάζεται να δικαιολογήσει την απόφασή της με γραφικό ρητό.

5) Διαφέρει πολύ από τους νόμους του Ιουστινιανού (περιουσία, μοναχοί χωρίς παιδιά, σκανδαλισμός, «έγγαμοι χωρισμένοι των συζύγων, αδιάφορον η ύπαρξις τέκνων»).

Μετά τις αποφάσεις της εν Τρούλλφ Συνόδου, ο αυτοκράτορας Λέων ο Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741) ασχολήθηκε με τους έγγαμους επισκόπους και εξέδωσε την 2η Νεαρά, με την οποία δέχεται τις αποφάσεις της εν Τρούλλω Συνόδου και περιορίζει τις απαγορεύσεις του Ιουστινιανού, με ειρωνικά σχόλια (για «τους θείους αθετείν νόμους»). Λέει δηλαδή, ότι δεν πρέπει να αποκλείονται του αρχιερατικού αξιώματος όσοι απέκτησαν παιδιά από νόμιμο γάμο.

Η αιτιολογία του Ιουστινιανού για τη ύπαρξη κληρονόμων δεν είναι επαρκής για τον Λέοντα, γιατί τότε πρέπει να αποκλείσουμε και αυτούς που έχουν αδέρφια και συγγενείς, ενώ οι Κανόνες επιτρέπουν τη διάθεση της εκκλησιαστικής περιουσίας στους (φτωχούς) συγγενείς του Επισκόπου. («Τα περί χειροτονίας Επισκόπων διατάττουσι των Ιερών θεσπιζόντων κανόνων τον ός εκ νομίμου γάμου παίδας έχει είγε η άλλη του βίου αρετή εμποδών ουχ ίσταται, εις αρχιερωσύνην προάγεσθαι, ούτοι αντιθεσπίζοντές φασι, μη είναι προς Επισκόπου αξίωμα τοις έχουσι παίδας, καν δώρον ώσιν γάμου νομίμου αναβαίνειν ακώλυτον, ίσως μεν (τι γαρ αν τις άλλο είποι;) εκείνο επί νουν λαβόντες, ως τη προς τέκνα διαθέσει ταις ιεραίς υπάρξεσι λυμανείται ο χειροτονούμενος. Πλην ουκ έχει καλώς η αιτία. Ούτω γαρ αν και αδελφών ή συγγενών ετέρων προσόντων ουχ έξει τις χώραν προς Επισκόπου χειροτονίαν η γαρ συγγενής διάθεσις και προς τούτους ορά. Αλλά προειδότες τούτο οι θείοι κανόνες έδοσαν τοις επισκόποις εξουσίαν ει συγγενείς είεν άποροι, εκ της ιεράς υπάρξεως τούτων παραμυθείσθαι την απορίαν». Νεαρά 2α, διάταξη 2).

Παρά τις περιοριστικές διατάξεις της Εκκλησίας και τις επανειλημμένες ίδιες από την Πολιτεία, δεν έπαψε να εκλέγονται και έγγαμοι Επίσκοποι.

Μέχρι τον 12ο αι., αναφέρονται έγγαμοι Επίσκοποι. Η Νεαρά του έτους 1187 του αυτοκράτορα Ισαακίου Β΄ Αγγέλου (1185-1195, 1203-1204 μ.X.) (Jus Graecoromanum, επιμελεία Ι. και Π. Ζέπου Αθήναι 1931, σ. 435-6) μας πληροφορεί, ότι οι σύζυγοι των Επισκόπων «ανυποστόλως ταις οικίαις ενδιατρίβουσαι, εν αις κατώκουν και πρότερον». Παράβαλλε Ν. Μίλας, Εκκλησιαστικό δίκαιο, σ. 267, και Μ. Γεδεών, εν Εκκλησιαστική Αλήθεια, τ. ΛΣΤ', σ. 59).

Έκτοτε, ενώ πράγματι δεν αποτελεί κώλυμα, «νομίζεται ο γάμος ως κώλυμα προς προαγωγήν εις επισκοπικόν αξίωμα» (Ν. Μίλας) και κατόπιν κοινής συμφωνίας η σύζυγος να γίνεται μοναχή, ή να εκλέγεται κάποιος ιερέας ως χήρος με ή χωρίς παιδί. (Π. χ., ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωάννης 13ος, ο Γλυκάς [1316-1320] ήταν έγγαμος με παιδιά, η σύζυγος του έγινε μοναχή [PG 148, 444], ο πατριάρχης Αλεξάνδρειας Νικόλαος [1935-1939] ήταν χήρος, ο μητροπολίτης Γόρτυνος Ιωάννης Μαρτίνος [1901 1919] ήταν χήρος [Ατέση, Επίτομος Επισ. Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1953, τ. Β΄, σ. 231-232] και ο νυν πατριάρχης των Σέρβων Γερμανός ήταν χήρος [ΜΕΕ Συμπλήρωμα Β΄, σ. 413]. Βλέπε ομολογία Μητροφάνη Κριτόπουλου, στον Ι. Καρμίρη Τα Δογμ. και Συμβολ. Μνημεία, εκ. 1η, σ. 541. Παράβαλλε και τον Zhishman [όπ. π., σ. 169].

Καλό είναι να υποθέσουμε, ότι ως προς την προτίμηση τέτοιων [αγάμων] εκλογών συντελούσε συχνά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας αυτού του αξιώματος, ή η απροθυμία των συζύγων να διαλύσουν τον γάμο τους συναινετικά. Η Εκκλησία όμως με κανένα νόμο ούτε αποφάνθηκε, ούτε συνέστησε, ούτε υπενίχθηκε καθόλου, ότι οι μοναχοί έχουν τα πρωτεία ή ότι από την τάξη των μοναχών καλό είναι αποκλειστικά να εκλέγονται οι Επίσκοποι. Ο Τόμος του 1798 επί Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' απαγορεύει στους χήρους που έχουν παιδιά Ιερείς να εκλέγονται Αρχιερείς, [Γεδεών, Κανονικοί Διατάξεις. Α΄ , σ. 410-413]. Ο ανυπόγραφος. όμως Τόμος [Γεδεών Β, 385-363, Zhishman ενθ. αν. σ. 173-177] επί Οικ. Πατριάρχη Ανθίμου ΣΤ' [1845-8 και 1853-5] αποδεικνύει την αποτυχημένη προσπάθεια κάποιων άγαμων να υποστηρίξουν πως η προΰπαρξη γάμου να θεωρείται κώλυμμα εκλογής σε Επίσκοπο).

Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, με αφορμή τον β' γάμο Σέρβων Ορθοδόξων κληρικών συζητήθηκε και το θέμα της αγαμίας των Επισκόπων. Πολλοί υποστήριξαν, ότι η Εκκλησία επέβαλλε την αγαμία των Επισκόπων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εκείνης της εποχής, εάν όμως μέσα από την μελέτη της παρούσας καταστάσης αποδειχθεί ότι το συμφέρον της Εκκλησίας επιβάλλει σήμερα το έγγαμο των Επισκόπων, το οποίο είναι σύμφωνο προς τη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, τότε πρέπει να αρθεί το κώλυμα του γάμου για την εκλογή σε Επίσκόπο.

Τη δυνατότητα της εκλογής έγγαμων Επισκόπων υποστήριξε ο Οικ. Πατριάρχης Μελέτιος Μεταλάκης (στον Εκκ. Κήρυκα, 1918), οι Μητροπολίτες Άγκυρας Γερβάσιος Σαρακίτης (Σκέψεις περί της καταργήσεως της αγαμίας), Διδυμοτείχου Φιλάρετος Βαφείδης, Μονεμβασίας Γερμανός Τρωϊάνος, Μαρωνείας Άνθιμος Σαρίδης (Δ. Πετρακάκου, Η αγαμία εν τω κλήρω, σ. 29,62,49,41.), Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου, Βέροιας Καλλίνικος Δελικάνης (εν Γρ. Παλαμάς, Γ' 3, σ. 65-66, 152), ο καθηγητής Κ. Ράλλης (Πετρακάκου, ένθ' αν. σ. 50) και άλλοι.

Τέλος ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου της Θεολ. Σχολής Χάλκης και αρχιμανδρίτης Δ. Γεωργιάδης γράφει: «Εάν ο νόμος γίνεται πρόσκομμα εις προκοπήν των λαών, ως υποδεικνύει η Πενθέκτη εξοικονομηθήτω ούτος· άλλοτε εσκανδαλίζοντο οι λαοί βλέποντες Αρχιερείς εγγάμους, σήμερον τούτο ενιαχού είναι όλως αδιάφορον και τινες μάλιστα πονηρεύονται επί τους αγάμους… Διατί να αρνηθώμεν την εξοικονόμησιν του νόμου, αφού η Εκκλησία προ παντός ζητεί να στρατολογήση ειλικρινείς και τιμίους κληρικούς, ουχί δε υποκριτάς, ευλαβείς έξωθεν τηρητάς του νόμου, έσωθεν δε γέμοντας πάσης ακαθαρσίας;» (Δ. Γεωργιάδου, Περί του γάμου των ήδη κληρικών, σ. 28. Παράβαλλε Ανδρούτσου, Συμβολική, έκ. 2α, σ. 95-96).


Πηγή: ΘΗΕ, τόμος 1ος, λήμμα Αγαμία του κλήρου, σ. 118-124.

Σημείωση του επιμελητή
Η γλώσσα του κειμένου μεταφέρθηκε κατά το μέτρο του δυνατού στην εποχή μας. Προσπάθεια έγινε να μη χαθεί το νόημα όσων υποστηρίζει ο συγγραφέας. Επίσης, οι δεσμοί (links) είναι δικοί μας για διευκόλυνση του αναγνώστη στην κατανόηση κάποιων δυσνόητων ή άγνωστων λέξεων ή όρων. 

Παραπομπές
 [1] Περισσότερα για το θέμα βλέπε στο Καλλιγέρης Α., (1998). Γάμος. Από το θεσμό στο μυστήριο. Μαϊστρος
 [2] Το ίδιο με πιο πάνω.

Βιβλιογραφία

  • Θεοφάνους Zikobieh, Επισκόπου, Περί της χειροτονίας των αγάμων υποψηφίων κληρικών, (σερβ. ) Agram 1887.
  • Μελετ. Σακελλαροπούλου, Εκκλησ. Δίκαιον, Αθήναι 1898, σ. 156-160.
  • Νικοδήμου Μίλας, Επισκόπου, Εκκλ. Δίκαιον, μετάφρ. Μελ. Αποστολοπούλου, Αθήναι 1906, σ. 374-375, 906.
  • Ν. Μίλας, Η χειροτονία ως κώλυμα γάμου (σερβ.) Mostar 1907.
  • Η. C. Lea, History of Sacerdotal Celíbary in the Christian Church, V. 2, ed. 3d, London 1907. DTC II 2, σ. 2086-2088. ERE III σ. 271-275. 
  • J. Zhishman, Το δίκαιον του γάμου, μετ. Μ. Απoστολοπούλου, Β΄ Αθήναι 1914, σ. 161-177.
  • Χριστ. Κνήτη, Ο Ιερός κλήρος και η προς τον γάμον σχέσις αυτού εν τη Ορθοδόξω ανατολική Εκκλησία, εν Εκκλ. Αλήθεια, ΚΘ' (1909), σ. 357-358, 374-375, 399-400, Α΄ (1910), σ. 15-16. 37-39, 54-56, 148-151.
  • Δ. Γεωργιάδου, Περί του γάμου των ήδη κληρικών, Κων/πολις 1910.
  • Γερβασίου Σαρακίτη, Μητρ. Αγκύρας, Σκέψεις κερί της καταργήσεως της αγαμίας του κλήρου εν τη Ορθοδόξω Ανατολ. Εκκλησία. Κων)πολις. 1915.
  • Γενναδίου, Μητρ. Θεσσαλονίκης, επί τού ζητήματος τού γάμου των κληρικών, εν Γρ. Παλαμάς, Β΄ (1918), σ. 483-488, 601-604, 609-613. 617-619. Περιοδικόν Γρ. Παλαμάς, Β΄-Γ΄ σ. 1918-1919.
  • Μελισσηνού, Μητρ. Μαρωνείας. Περί εκκλησιαστικών μεταρρυθμίσεων, εν Γρ. Παλαμάς, Γ' (1919). σ. 46-50, 65-73.
  • Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητρ. Διδυμοτείχου, Περί του γάμου και της αγαμίας των κληρικών, Θεσ/νίκη 1919 (Ανάτυπον Γρ. Παλαμάς).
  • Παντελέοντος Κομνηνού, Η αγαμία του κλήρου, εν Αναγέννησις Κων/πόλεως, Α' (1919-1920), σ. 308-313.
  • Π. Τρεμπέλα, Ο γάμος των κληρικών Αθήναι 1926 (Ανάτυπον π. Ζωή).
  • Xρ. Ανδρούτσου, Συμβολική, εκ. 2, Αθήναι 1930. σ. 93-96.
  • Δ. Πετρακάκου, Προ της Ορθοδόξου Συνόδου κανονικά προβλήματα. 1. Η αγαμία εν τω κλήρω, Αθήναι 1940.
  • Π. Παναγιωτάκου, Περί του γάμου και της αγαμίας των κληρικών, Αθήναι 1940.
  • Β. Στεφανίδου, εκκλησιαστική Ιστορία, εκ. 1η, Αθήναι 1948, σ. 85-86, 226 σημ. 278-301, 324, 346. 601 υποσ.
  • Αντ. Χριστοφιλοπούλου, Ελλ. Εκκλ. Δίκαιον, Τεύχ. 2ον, Αθήναι 1954, σ. 52.
  • Ν. Μπουγάτσου, Η διοίκησις της Εκκλησίας κατά τους ιερούς Κανόνας, Αθήναι 1961 (Ανάτυπον π. Δ Εφημέριος, σ. 10-11).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου