Η Παναγία ήταν πενήντα εννέα χρονών, όταν ήρθε η ώρα της να πεθάνει· το πώς τώρα έγινε αυτό, θα το μάθουμε σ' αυτή τη διήγηση. Η Παναγία όταν επήγε στο Ιερό τριών χρονώνε ήτανε και έζησε στο Ιερό δώδεκα χρόνια, κι ωσότου να γεννήσει το Χριστό κυλίστηκε ακόμη ένας χρόνος· έκανε και με το Χριστό τριάντα δύο χρόνια και ύστερα απ' το γυιο της έζησε άλλα ένδεκα, οπού όλα μαζί είναι χρόνια πενήντα εννέα. Όταν έφτασε στα χρόνια τούτα η Παναγία, τρεις ημέρες εμπροστά απ' τη θεία της Κοίμηση, της επαρουσιάστη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, κρατώντας ένα φοινικόκλαδο στο χέρι, και της λέει· «μάθε, Κυρία Θεοτόκε, πως μετά τρεις ημέρες από σήμερα σε μεταθέτει ο Κύριος από τούτη τη γη στους ουρανούς του· γι' αυτό θα πρέπει να ταχτοποιήσεις τον εαυτό σου, να έχεις έτοιμα και όλα τα νεκρικά σου, και να αναμένεις την ώρα που θε νάρθει ο Γυιος σου για να παραλάβει την αγιασμένη σου ψυχή». Κι όταν τ' άκουσε αυτά η Παναγία, σηκώθηκε αμέσως και επήγε κι ανέβηκε στο όρος των Ελαιών, εκεί οπού ο Γυιος της αναλήφτηκε, και -θαύμα παράδοξο- οπού όλα τα δέντρα εκείνου του βουνού εγείραν εμπροστά της και την προσκύνησαν. Και εκείνη, στον ουρανό υψώνοντας τα χέρια της, αρχίνησε να προσεύχεται μ' αυτά τα λόγια· «Γυιε μου, μοναχοπαίδι μου πολυτίμητο, εσύ οπού καταδέχτηκες τη γαιώδη σου φανέρωση, με σάρκα και κόκκαλα βγαίνοντας απ' τα δικά μου αίματα, εσύ παράλαβέ με τώρα και στη Βασιλεία σου· φτάνει σε μένα ο χωρισμός οπού κυλίστηκε ανάμεσά μας, μου φτάνει Γυιε μου η στέρησή σου· πράξε υπέρτερος όντας κατά το άγιο θέλημά σου. Όπου βρίσκομαι εγώ, εκεί και ο δικός μου διάκονος βρίσκεται· τα λόγια σου ετούτα και εγώ τα λέω Γυιε μου, και όπου βρίσκεσαι εσύ, αγαπημένε μου, εκεί και μένα αξίωσέ με να έρθω, εμένα οπού η καρδιά μου είναι γιομάτη από θλίψη για την αγάπη σου». Με τέτοια λόγια προσευχήθηκε η Παναγία και κατέβηκε απ' το όρος εκείνο και πισωγύρισε στο σπιτικό της οπού βρισκότανε στο χωριό Γεθσημανή· είχε μάλιστα όλα κι όλα δυο φορέματα, οπού το ένα το εφόρηγε και το άλλο τόκανε χάρισμα σε μια φτωχούλα γειτόνισσά της, όπου έμενε εκεί κοντά της. Και ήτανε εκεί κοντά και ο απόστολος Πέτρος μαζί με τον Ιωάννη το Θεολόγο, οπού ακόμη δεν είχαν από εκείθε ξεμακρύνει. Και τούτο γιατί ο μεν Πέτρος είχε μεγάλη πίστη στην Κυρία Θεοτόκο, ο δε Ιωάννης ήτανε ωσάν υιοθετημένος της υιός, και δεν έφευγαν από κει πέρα μακρύτερα, μόνο και μόνο για να υπηρετούν την Παναγία. Την τρίτη ημέρα, λοιπόν, εκεί οπού δίδασκαν αυτοί το λόγο της αλήθειας, τους άρπαξε ολάξαφνα και τους δυο τους ένα σύγνεφο και τους έφερε στη Γεθσημανή, στο σπίτι της Παναγίας· αυτό έγινε και με όλους τους άλλους αποστόλους. Τότε ήτανε και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και ο διδάσκαλός του ο Ιερόθεος, και ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, και τους αρπάζει και αυτούς μια νεφέλη και τους συνάζει όλους μαζί στη Γεθσημανή. Και η Παναγία εκείνη τη στιγμή οπού τους αντίκρυσε καταχάρηκε παρευθύς απ' τα φυλλοκάρδια της και τους λέει· «καθήστε, παιδιά μου, να σας αποχαιρετήσω, γιατί σήμερα φεύγω και ανέρχομαι στον υιό μου τον αγαπημένο· γιατί ο άγγελος ο Γαβριήλ, οπού σε μένα ευαγγελίστηκε κάποτε τη σύλληψη του γυιου μου και την άσπιλή μου μητρότητα, ήρθε και πάλι τώρα και μούδωσε ετούτο το φοινικόκλαδο λέγοντας· "χαίρε και μάθε, ω Θεοτόκε, πως μετά τρεις ημέρες σε μεταθέτει ο Κύριος από τούτη τη γη στους ουρανούς του". Γι αυτό, παιδιά μου, ευχαριστώ το Γυιο μου και Θεό οπού σας έφερε, συνάζοντάς σας όλους εδώ πέρα, για να σας ιδώ πριν απ' το τέλος». Κι όπως τα άκουσαν ετούτα οι απόστολοι εκλαίγαν όλοι τους ακατάπαυστα.