Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

"Ούτε θεοί, ούτε θεές· ούτε αφέντες, ούτε αφέντρες": Πέρα από το σημάδι του φύλου (Α)

 

Τζούντιθ Μπάτλερ 
    Τα ζητήματα της σεξουαλικότητας και της ετεροφυλοφιλίας είχαν προκαλέσει έντονες συζητήσεις, διαμάχες και αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις φεμινίστριες κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τα θέματα που απασχολούσαν το γυναικείο κίνημα σχετικά με τη σεξουαλικότητα ήταν η υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών στην προσωπική ερωτική τους ικανοποίηση και η νομική κάλυψη απέναντι σε ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, δηλαδή το δικαίωμα στην άμβλωση. Την ίδια περίοδο, το γκέι και λεσβιακό κίνημα επέτρεψε σε πολλούς άνδρες και γυναίκες να διεκδικήσουν ανοιχτά το δικαίωμα στην ομοφυλόφιλη επιθυμία, και καθώς ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών δήλωναν λεσβίες και διεκδικούσαν το δικαίωμα να φαίνονται και να αναγνωρίζονται ως λεσβίες, τα ενδιαφέροντα του φεμινισμού με αναφορά στη σεξουαλικότητα στράφηκαν σε νέες κατευθύνσεις. Η συζήτηση για την πολιτική διάσταση της σεξουαλικότητας στη δεκαετία του 1970 αφορούσε αφενός τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχία δομεί τη γυναικεία σεξουαλικότητα ενώ αφετέρου ενδιαφερόταν για τη δυνατότητα και τη δυναμική μιας αυτόνομης γυναικείας σεξουαλικής επιθυμίας. 

Η προβληματική αυτή συνδεόταν με την ανάπτυξη του λεσβιακού φεμινισμού ως στάσης πολιτικής, σύμφωνα με την οποία υπάρχει ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στην ερωτική και / ή συναισθηματική σχέση μεταξύ γυναικών και στην αντίσταση απέναντι στην πατριαρχία. Το αποτέλεσμα ήταν η υποστασιοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας ως οντολογικά διαφορετικής από εκείνης των ανδρών. Η αρσενική και η θηλυκή σεξουαλικότητα ορίστηκαν στη βάση ενός δυαδικού σχήματος, όπου η αρσενική περιγράφηκε ως «ενστικτώδης», «εγωιστική», «ανεύθυνη», «βίαιη», ενώ η θηλυκή συνδέθηκε με αξίες όπως η πνευματικότητα, το συναίσθημα, το διάχυτο ενδιαφέρον για τον άλλο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές εκείνης του 1980 εντάθηκε ιδιαίτερα η πόλωση ανάμεσα σε ριζοσπάστριες φεμινίστριες, που θεωρούσαν ότι η σεξουαλικότητα σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από άνδρες εμπερικλείει κινδύνους, επειδή οι σεξουαλικές πράξεις διαιωνίζουν τη βία εναντίον των γυναικών, και σε «ελευθέριες φεμινίστριες», για τις οποίες το κύριο χαρακτηριστικό της σεξουαλικότητας είναι οι δυνάμει απελευθερωτικές πλευρές της ανταλλαγής ευχαρίστησης ανάμεσα σε συναινούντες συντρόφους. Η κριτική στόχευση της προσέγγισης που ορίζει τη σεξουαλικότητα με αναφορά στο φύλο και τη διακρίνει σε «θηλυκή» και «αρσενική», με αποτέλεσμα την εκ νέου θυματοποίηση των γυναικών στη βάση του φύλου τους, οδηγεί την Μπάτλερ να αναρωτηθεί για τις ρίζες της ετεροφυλοφιλίας σε άλλη βάση.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της Αναταραχής φύλου η Μπάτλερ επιχειρεί μια κριτική προσέγγιση της έμφυλης ταύτισης μέσω της επανανάγνωσης κρίσιμων για το φεμινισμό θεωριών, όπως του δομισμού και της ψυχανάλυσης. Σύμφωνα με τον Λεβί-Στρως, η είσοδος στην πολιτισμική τάξη πρέπει να έγινε διά μέσου της ανταλλαγής γυναικών, ως απόρροιας της καθολικότητας του ταμπού της αιμομιξίας. Το ταμπού της αιμομιξίας, που για τον Λεβί-Στρως είναι η αρνητική έκφραση της αρχής της αμοιβαιότητας, παράγει την εξωγαμική ετεροφυλοφιλία και εγκαθιδρύει την ανδρική πολιτισμική ταυτότητα μέσω της διαφοροποίησης ανάμεσα σε ομάδες καταγωγής, οι οποίες διακρίνουν και συνέχουν ταυτόχρονα. Η Μπάτλερ αμφισβητεί τον συμπερασματικό χαρακτήρα τού «πρέπει να έγινε...», που θεσπίζει ως λογική, διάφανη συνέπεια τη φυσικοποίηση της ετεροφυλοφιλίας, και ισχυρίζεται ότι η ετεροφυλοφιλία δεν αιτιολογείται, αλλά αποτελεί καταστατική συνθήκη της ίδιας της δομιστικής ανάλυσης. Από την άλλη, οι θέσεις του Λακάν με αναφορά στο «Είναι» και «'Εχειν» τον Φαλλό, η ερμηνεία της Τζοάν Ριβιέρ για τις στρατηγικές της μασκαράτας και η προσέγγιση του Φρόυντ σε αυτό που ίδιος ονομάζει μελαγχολία του φύλου αναδεικνύονται μέσα στο έργο της Μπάτλερ ως ανταγωνιστικές εκδοχές έμφυλων ταυτίσεων. «Μήπως», λοιπόν, αναρωτιέται, «κάθε ταύτιση κατασκευάζεται μέσω του αποκλεισμού μιας σεξουαλικότητας η οποία θέτει σε αμφισβήτηση αυτές τις ταυτίσεις;». Για την Μπάτλερ, «η ετεροφυλοφιλική μελαγχολία θεσπίζεται πολιτισμικά και διατηρείται ως τίμημα των σταθερών έμφυλων ταυτοτήτων που σχετίζονται μέσω αντιθετικών επιθυμιών» και αυτό που χρειάζεται είναι «μια ακόμα πιο ακριβής κατανόηση σχετικά με το πώς ο δικαιοδοτικός νόμος της ψυχανάλυσης, η απώθηση, παράγει και πληθαίνει τα φύλα που επιδιώκει να ελέγξει». 

Η αναφορά στο, κλασικό πλέον, άρθρο της «ελευθέριας» φεμινίστριας ανθρωπολόγου Γκέιλ Ρούμπιν «Η κυκλοφορία των γυναικών: Η "πολιτική οικονομία" του φύλου», που δημοσιεύεται το 1975 και εμφανίζει την ψυχανάλυση, στη λακανική ιδιαίτερα εκδοχή της, ως συμπληρωματική της θεωρίας της συγγένειας του Λεβί Στρως, επιτρέπει στην Μπάτλερ να συνδέσει τους πολιτισμικούς θεσμούς με τους νόμους που δομούν την ψυχική ανάπτυξη ως μέρη του ίδιου συστήματος που κατασκευάζει και κυρώνει τις έμφυλες ταυτότητες και τη σεξουαλικότητα. Αν, όμως, για τη Ρούμπιν η κατάρρευση της υποχρεωτικής ετεροφυλοφιλίας θα επιφέρει την κατάρρευση του φύλου, η Μπάτλερ, ακολουθώντας τον Φουκώ και τον Ντεριντά, αρνείται να ενδώσει σε μια ουτοπική προ-πολιτισμική συνθήκη και απορρίπτει την αξιωματική υπόθεση μιας ιδεώδους σεξουαλικότητας πριν από το ταμπού της αιμομιξίας.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου